Δευτέρα 13 Σεπτεμβρίου 2021

Ηλεκτρονικά τσιγάρα και θρομβώσεις

Ηλεκτρονικά τσιγάρα και θρομβώσεις : Κλειδί η νικοτίνη στα υγρά ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ ΚΟΧΙΑΔΑΚΗΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ 9 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ 2021
Είναι γνωστός ο αντίκτυπος του καπνίσματος παραδοσιακών τσιγάρων στην καρδιά και τους πνεύμονες, αφού συχνά οδηγεί σε προβλήματα θρομβώσεων, καρδιακών προσβολών και εγκεφαλικών επεισοδίων. Τώρα, μια νέα έρευνα αποκαλύπτει ότι τα ηλεκτρονικά τσιγάρα που περιέχουν νικοτίνη προκαλούν αντίστοιχα προβλήματα με θρομβώσεις στο αίμα, όπως τα κανονικά τσιγάρα. Ο δρ. Gustaf Lyytinen, από το Νοσοκομείο Helsingborg και ερευνητής στο Ινστιτούτο Karolinska της Σουηδίας, υποστηρίζει ότι τα προϊόντα ατμού, τα οποία χρησιμοποιούν την ίδια εθιστική χημική ουσία (νικοτίνη) που υπάρχει στα κανονικά τσιγάρα οδηγούν στον σχηματισμό θρόμβων αίματος και στην αδυναμία των αιμοφόρων αγγείων να επεκταθούν και να διαστέλλονται σωστά. Επιπλέον, μελέτη σε περιστασιακούς καπνιστές, που έκαναν μόλις 30 ρουφηξιές ηλεκτρονικού τσιγάρου, έδειξε ότι ο καρδιακός ρυθμός του χρήστη και η πίεση του αίματος αυξάνονται επίσης μετά το άτμισμα. Η ερευνητική ομάδα λέει ότι, βραχυπρόθεσμα, αυτά τα αποτελέσματα είναι παρόμοια με τον αντίκτυπο του καπνίσματος κανονικών τσιγάρων με νικοτίνη. Μετά από μακροχρόνια χρήση, οι ερευνητές προσθέτουν ότι οι καπνιστές και των δύο προϊόντων (σ.σ. κανονικά τσιγάρα και ηλεκτρονικά τσιγάρα) κινδυνεύουν από καρδιακές προσβολές και εγκεφαλικά επεισόδια. Τι επίδραση έχουν τα ηλεκτρονικά τσιγάρα στο αίμα Οι συγγραφείς της μελέτης εξέτασαν 22 υγιείς άνδρες και γυναίκες μεταξύ 18 και 45 ετών, που ανέφεραν ότι ήταν περιστασιακά καπνιστές. Κάθε άτομο πήρε 30 ρουφηξιές από ένα ηλεκτρονικό τσιγάρο το οποίο περιείχε νικοτίνη και στην συνέχεια πήρε 30 ρουφηξιές από ένα ηλεκτρονικό τσιγάρο χωρίς νικοτίνη μια εβδομάδα αργότερα. Η ομάδα του δρ. Lyytinen συνέλεξε δείγματα αίματος πριν και μετά από κάθε πείραμα ηλεκτρονικού τσιγάρου. Επίσης, έθεσαν την ομάδα σε ειδικές εξετάσεις που σχεδιάστηκαν για να μετρήσουν την ροή του αίματος και την κυκλοφορία του αίματος μέσω μικροσκοπικών αιμοφόρων αγγείων. Κατά μέσο όρο, οι συγγραφείς της μελέτης διαπίστωσαν: αύξηση 23% στους θρόμβους αίματος μόλις 15 λεπτά μετά την χρήση ενός ηλεκτρονικού τσιγάρου γεμάτου νικοτίνη. Αυτά τα επίπεδα επανήλθαν στο φυσιολογικό μετά από περίπου μία ώρα αυξήσεις των καρδιακών παλμών κάθε εθελοντή, από 66 παλμών/λεπτό σε 73 παλμούς/λεπτό η αρτηριακή πίεση αυξήθηκε επίσης, πηγαίνοντας από 108 mmHg σε 117 mmHg κατά μέσο όρο Δεν υπάρχει ασφαλής εναλλακτική λύση για τη διακοπή του καπνίσματος; Η μελέτη δεν έδειξε τα ίδια αποτελέσματα αφότου οι συμμετέχοντες πήραν 30 ρουφηξιές από ηλεκτρονικά τσιγάρα χωρίς νικοτίνη. Προηγούμενες μελέτες έχουν βρει μια σχέση μεταξύ της πρόσληψης νικοτίνης και των αυξημένων ορμονών, όπως η αδρεναλίνη, η οποία μπορεί επίσης να οδηγήσει σε θρομβώσεις αίματος. “Τα αποτελέσματά μας υποδηλώνουν ότι η χρήση ηλεκτρονικών τσιγάρων που περιέχουν νικοτίνη έχουν παρόμοιες επιπτώσεις στον οργανισμό με το κάπνισμα παραδοσιακών τσιγάρων. Αυτή η επίδραση στους θρόμβους αίματος είναι σημαντική γιατί γνωρίζουμε ότι μακροπρόθεσμα αυτό μπορεί να οδηγήσει σε φραγμένα και στενότερα αιμοφόρα αγγεία και αυτό βέβαια θέτει τους χρήστες σε κίνδυνο καρδιακών προσβολών και εγκεφαλικών επεισοδίων”, δήλωσε ο δρ. Lyytinen. “Οι ζημιές που προκαλούνται από το κάπνισμα παραδοσιακών τσιγάρων, συμπεριλαμβανομένων των επιπτώσεων της νικοτίνης στον οργανισμό, είναι γνωστές. Τα ηλεκτρονικά τσιγάρα είναι σχετικά νέα, οπότε γνωρίζουμε πολύ λιγότερα για το τι κάνουν στον οργανισμό”, προσθέτει ο Jonathan Grigg, Πρόεδρος της Επιτροπής Ελέγχου Καπνού της Ευρωπαϊκής Αναπνευστικής Εταιρείας, ο οποίος δεν συμμετείχε στη μελέτη. “Μερικοί άνθρωποι μπορεί να επιλέγουν ηλεκτρονικά τσιγάρα στην προσπάθειά τους να κόψουν το κάπνισμα, επειδή τα ηλεκτρονικά τσιγάρα κυκλοφορούν στην αγορά ως ασφαλή. Αλλά αυτή η μελέτη προσθέτει στα ολοένα αυξανόμενα στοιχεία για τις βλαβερές συνέπειες των ηλεκτρονικών τσιγάρων. Άλλα βοηθήματα για τη διακοπή του καπνίσματος, τα οποία βασίζονται σε αποδεικτικά στοιχεία και συνιστώνται από την Ευρωπαϊκή Αναπνευστική Εταιρεία (European Respiratory Society – ERS), όπως επιθέματα ή τσίχλες νικοτίνης, δεν έχουν ως αποτέλεσμα να εκτίθενται οι πνεύμονες σε υψηλές συγκεντρώσεις δυνητικά τοξικών ενώσεων”. Η έρευνα παρουσιάστηκε στο Διεθνές Συνέδριο της Ευρωπαϊκής Αναπνευστικής Εταιρείας. Πηγές: https://www.ersnet.org, https://consumer.healthday.com, https://www.studyfinds.org, https://www.iatropedia.gr/ygeia/ta-ilektronika-tsigara-mporei-na-prokalesoun-thromvoseis-sto-aima-kleidi-i-nikotini-sta-ygra/146762/

Δευτέρα 30 Αυγούστου 2021

ΚΑΡΔΙΑ ΚΑΙ ΛΟΙΜΩΞΗ COVID-19

Κοχιαδάκης Γεώργιος Αναρτήθηκε απο : ΚΟΧΙΑΔΑΚΗΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ 29 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 2021 Η λοίμωξη από τον κορωνοϊό SARS- CoV-2 (Severe Acute Respiratory Syndrome Coronavirus-2) είναι υπεύθυνη για την ασθένεια Covid-19 (Corona Virus Disease-19) η οποία προκαλεί συνήθως ήπια συμπτωματολογία, κυρίως από το αναπνευστικό σύστημα. Σε μικρό ποσοστό ασθενών παρατηρείται σοβαρή επιβάρυνση της αναπνευστικής λειτουργίας με την εκδήλωση βαριάς πνευμονίας που μπορεί να συνοδεύεται από πολυοργανική ανεπάρκεια οδηγώντας συχνά τους ασθενείς στο θάνατο Σύμφωνα με τα τελευταία επιδημιολογικά δεδομένα από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας (ΠΟΥ) έχουν καταγραφεί πάνω από 213 εκατομμύρια επιβεβαιωμένα κιρούσματα και πάνω από 4,4 εκατομμύρια θάνατοι, καθιστώντας την ασθένεια Covid-19 ως μία από τις πιο θανατηφόρες πανδημίες της ανθρώπινης ιστορίας. Από αρχικές ακόμα παρατηρήσεις ήταν σαφές πως η ασθένεια Covid-19 δεν αποτελούσε μία νόσο αποκλειστικά του αναπνευστικού συστήματος αλλά επηρέαζε και άλλα όργανα του ανθρώπινου οργανισμού. Όσον αφορά τη σχέση της νόσου Covid-19 με το καρδιαγγειακό σύστημα, τα μέχρι στιγμής δεδομένα δείχνουν πως η λοίμωξη από κορωνοϊό SARS- CoV-2 είναι πιο πιθανό να συμβεί σε ασθενείς με υποκείμενα καρδιαγγειακά νοσήματα όπως καρδιακή ανεπάρκεια, αρτηριακή υπέρταση και στεφανιαία νόσο, ιδίως αν πρόκειται για ηλικιωμένους ή/και άτομα που πάσχουν από σακχαρώδη διαβήτη. Οι ασθενείς αυτοί φαίνεται να εμφανίζουν σοβαρότερα συμπτώματα της νόσου με υψηλά ποσοστά πνευμονίας, ενώ αποτελούν ένα ικανό ποσοστό των καταγραμμένων θανάτων. Η υποξυγοναιμία ως αποτέλεσμα της προσβολής των πνευμόνων και η πτώση της αρτηριακής πίεσης λόγω της γενικευμένης φλεγμονής είναι ορισμένοι από τους παράγοντες που επιβαρύνουν το καρδιαγγειακό σύστημα καθιστώντας τους καρδιοπαθείς μία ευάλωτη ομάδα που χρήζουν ιδιαίτερης προσοχής και στενής περαιτέρω παρακολούθησης. Συχνά ασθενείς που νοσούν ή έχουν αναρρώσει από Covid-19 αναφέρουν συμπτώματα όπως ζάλη, δύσπνοια, θωρακικό άλγος και αίσθημα παλμών που θα μπορούσαν να αποδοθούν σε ένα ικανό ποσοστό σε προσβολή του καρδιαγγειακού συστήματος. Νεότερα δεδομένα αναδεικνύουν τη συχνή μυοκαρδιακή βλάβη των ασθενών με Covid-19 με αυξημένα ποσοστά τροπονίνης. Η βλάβη αυτή, και με βάση τη γνώση μας από άλλους ιούς, θα μπορούσε να αποδοθεί σε απευθείας δράση του κορωνοϊού στα μυοκαρδιακά κύτταρα, η σύνδεση του οποίου επάγεται από τους καρδιακούς υποδοχείς του μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτασίνης, ή πιθανότερα στο πλαίσιο της υπέρμετρης φλεγμονώδους αντίδρασης που προκαλεί η νόσος Covid-19. Η φλεγμονώδης αυτή αντίδραση θα μπορούσε θεωρητικά τουλάχιστον να προκαλέσει ρήξη αθηρωματικής πλάκας στις στεφανιαίες αρτηρίες οδηγώντας σε έμφραγμα του μυοκαρδίου και επιβαρύνοντας σαφέστατα την κλινική πορεία του ασθενούς. Θα πρέπει εδώ να τονιστεί βέβαια ότι ο συνηθέστερος παθοφυσιολογικός μηχανισμός εκδήλωσης εμφράγματος του μυοκαρδίου στους ασθενείς με Covid-19 είναι η ανισσοροπία μεταξύ προσφοράς και αναγκών του μυοκαρδίου σε οξυγόνο ως αποτέλεσμα της αυξημένης καρδιακής συχνότητας, της υποξυγοναιμίας και της συχνά παρατηρούμενης αναιμίας. Κατά τη διάρκεια της οξείας νόσησης, τα αυξημένα επίπεδα τροπονίνης, όταν συνοδεύονται από ηλεκτροκαρδιογραφικές αλλοιώσεις, συνδέονται με χειρότερη έκβαση αυτών των ασθενών. Επιπρόσθετα, η συστηματική φλεγμονή προσβάλει το ενδοθήλιο των αγγείων με προδιάθεση για την ανάπτυξη επικίνδυνων θρόμβων, ενώ παράλληλα επηρεάζεται η σωστή αιμάτωση των οργάνων. Επιπλέον, οι ασθενείς εμφανίζουν αυξημένα ποσοστά κολπικής μαρμαρυγής. Αντικείμενο εντατικής έρευνας και προβληματισμού το τελευταίο διάστημα αποτελεί η δημιουργία ή όχι μόνιμης βλάβης στο μυοκάρδιο των ασθενών που ανέρρωσαν από Covid-19. Οι μακροπρόθεσμες καρδιαγγειακές συνέπειες της λοίμωξης Covid-19 είναι λογικό να μην έχουν με σαφήνεια περιγραφεί αφού η έναρξη της πανδημίας είναι πρόσφατη. Μία μελέτη ασθενών χωρίς ιστορικό καρδιαγγειακής νόσου που εμφάνισαν υψηλές τιμές τροπονίνης κατά τη διάρκεια της νοσηλείας τους είχαν σε σύγκριση με υγιή άτομα χαμηλότερα κλάσματα εξώθησης της αριστερής και δεξιάς κοιλίας, καθώς και εκτεταμένη ίνωση στο μυοκάρδιο στην μαγνητική απεικόνιση. Το κατά πόσο τα ευρήματα αυτά θα επηρεάσουν την πρόγνωση των ασθενών αναμένεται να αποδειχθεί. Από τα ανωτέρω είναι σαφές πως τα άτομα που ανέρρωσαν από λοίμωξη Covid-19, ανεξάρτητα αν πάσχουν από κάποιο καρδιαγγειακό νόσημα, θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά για την πιθανή εμφάνιση καρδιακών επιπλοκών. Ο θεράπων ιατρός θα πρέπει να τονίσει στους ασθενείς ότι στην περίπτωση εμφάνισης συμπτωμάτων όπως συγκοπή, προκάρδιο άλγος, ανεξήγητη δύσπνοια και αίσθημα παλμών να αναζητήσουν άμεσα ιατρική βοήθεια. Κρίνεται σκόπιμο λόγω της συχνής υποκλινικής προσβολής του μυοκαρδίου οι ασθενείς που ανέρρωσαν να υποβάλλονται σε τακτικό καρδιολογικό έλεγχο που θα περιλαμβάνει λήψη ιστορικού, κλινική εξέταση, υπέρηχο καρδιάς, ηλεκτροκαρδιογράφημα και μέτρηση τροπονίνης. Για την καλύτερη παρακολούθηση των ασθενών που έχουν αναρρώσει από Covid-19 είναι σκόπιμη η ανάπτυξη ειδικών ιατρείων Covid-19 που θα εξασφαλίζουν την καλύτερη δυνατή παρακολούθηση και τη γρηγορότερη αναγνώριση πιθανών επιπλοκών. Τέλος θα πρέπει να τονιστεί πως η καλύτερη αντιμετώπιση της νόσου Covid-19 είναι η πρόληψη με την εφαρμογή όλων των απαραίτητων μέτρων προστασίας καθως και ο εμβολιασμός. ΤΡΙΚΑΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ,Αν. Καθηγητής, Συντονιστής Διευθυντής Καρδιολογικής Κλινικής ΓΝΑ ΕΛΠΙΣ Πηγή: https://www.protothema.gr/blogs/athanasios-trikas/article/1155796/loimoxi-covid-kai-kardia-diahroniki-parakolouthisi/

Τετάρτη 11 Αυγούστου 2021

Αναρτήθηκε απο : ΚΟΧΙΑΔΑΚΗΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ 10 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 2021 Καθώς η διαδικασία εμβολιασμού έναντι της COVID-19 συνεχίζεται σε παγκόσμιο επίπεδο αυξάνονται και οι αναφορές για επιπλοκές από τον εμβολιασμό. Πρόσφατα αναφέρθηκαν περιστατικά μυοκαρδίτιδας και περικαρδίτιδας μετά την πρώτη ή/και τη δεύτερη δόση των m RNA εμβολίων που αναστάτωσαν τους πολίτες αλλά και την ιατρική κοινότητα. Θεωρήσαμε σκόπιμο λοιπόν να ανασκοπήσουμε τη βιβλιογραφία σχετικά με αυτές τις παρενέργειες αλλά και να δώσουμε το ερέθισμα για περαιτέρω έρευνα στα μέλη της ΕΚΕ. Oι περιπτώσεις περικαρδίτιδας ή μυοκαρδίτιδας που συνδέονται χρονικά με τον εμβολιασμό COVID-19 αν και παραμένουν σπάνιες αντιπροσωπεύουν δύο ξεχωριστά σύνδρομα. Η μυοκαρδίτιδα εμφανίζεται συνήθως αμέσως μετά τον εμβολιασμό σε νεότερους ασθενείς και κυρίως μετά τη δεύτερη δόση, ενώ η περικαρδίτιδα εμφανίζεται αργότερα σε ασθενείς μεγαλύτερης ηλικίας, είτε μετά την πρώτη είτε μετά τη δεύτερη δόση. Οι Diaz και συνεργάτες δημοσίευσαν στις 4 Αυγούστου στο JAMA τη μελέτη τους σε αρχεία 2.000.287 ατόμων που έλαβαν τουλάχιστον μία δόση εμβολίου έναντι της COVID-19 σε 40 νοσοκομεία στην Ουάσινγκτον, το Όρεγκον, τη Μοντάνα και την Καλιφόρνια. Η διάμεση ηλικία της ομάδας ήταν τα 57 έτη και το 59% ήταν γυναίκες. Λίγο περισσότερο από τα τρία τέταρτα (77%) έλαβαν περισσότερες από μία δόσεις. Οι περισσότεροι ασθενείς έλαβαν τα εμβόλια mRNA που κατασκευάστηκαν από την Pfizer (53%) και τη Moderna (44%) και μόνο το 3% έλαβε το εμβόλιο Johnson & Johnson. Τα αρχεία έδειξαν ότι 20 άτομα είχαν μυοκαρδίτιδα που σχετίζεται με το εμβόλιο (1,0 ανά 100.000) και 37 είχαν περικαρδίτιδα (1,8 ανά 100.000). Μια πρόσφατη έκθεση, βασισμένη σε δεδομένα από το Κέντρο Ελέγχου και Πρόληψης Νοσημάτων (Centers for Disease Control and Prevention -CDC) Vaccine Adverse Events Reporting System (VAERS), πρότεινε μια συχνότητα εμφάνισης μυοκαρδίτιδας περίπου 4,8 περιστατικών ανά 1 εκατομμύριο μετά τη λήψη του εμβολίου mRNA έναντι της COVID-19. Η νέα μελέτη δείχνει ένα «παρόμοιο μοτίβο» αν και η συχνότητα της μυοκαρδίτιδας παρουσιάζεται υψηλότερη. Οι ερευνητές θεωρούν ότι αυτή η διαφορά οφείλεται στο ότι η μυοκαρδίτιδα σαν επιπλοκή δηλώνεται λιγότερο συχνά απ’ ότι πραγματικά συμβαίνει. Επίσης στη μελέτη των Diaz και συνεργάτες, η περικαρδίτιδα παρουσιάζεται συχνότερα από τη μυοκαρδίτιδα σε ασθενείς μεγαλύτερης ηλικίας. Περιπτώσεις μυοκαρδίτιδας Οι 20 περιπτώσεις μυοκαρδίτιδας εμφανίστηκαν κατά μέσο όρο 3,5 ημέρες μετά τον εμβολιασμό (11 μετά το εμβόλιο Moderna και 9 μετά το εμβόλιο Pfizer), οι 15 (75%) ήταν άνδρες και η μέση ηλικία ήταν τα 36 έτη. Τέσσερα άτομα (20%) εμφάνισαν συμπτώματα μυοκαρδίτιδας μετά την πρώτη δόση και 16 (80%) μετά τη δεύτερη δόση. Δεκαεννέα από τους ασθενείς (95%) εισήχθησαν στο νοσοκομείο και όλοι πήραν εξιτήριο μετά από διάμεσο 2 ημερών. Κανένας από τους 20 ασθενείς δεν επανεισήχθη και κανένας δεν πέθανε. Δύο προχώρησαν στη δεύτερη δόση εμβολίου μετά την εμφάνιση μυοκαρδίτιδας χωρίς επιδείνωση των συμπτωμάτων. Κατά την τελευταία επανεξέταση (follow-up) (διάμεσος, 23,5 ημέρες μετά την εμφάνιση των συμπτωμάτων), 13 ασθενείς (65%) είχαν υποχώρηση των συμπτωμάτων μυοκαρδίτιδας και επτά (35%) βελτιώνονταν. Περιπτώσεις περικαρδίτιδας Τα 37 περιστατικά περικαρδίτιδας εμφανίστηκαν κατά μέσο όρο 20 ημέρες μετά τον πιο πρόσφατο εμβολιασμό COVID-19. Οι 23 (62%) εμβολιάσθηκαν με Pfizer, 12 (32%) με Moderna και 2 (5%) με το εμβόλιο J. Δεκαπέντε ανέπτυξαν περικαρδίτιδα μετά την πρώτη δόση εμβολίου (41%) και 22 (59%) μετά τη δεύτερη. Είκοσι επτά (73%) των περιπτώσεων εμφανίστηκαν σε άνδρες με διάμεση ηλικία τα 59 έτη. Δεκατρείς (35%) ασθενείς εισήχθησαν στο νοσοκομείο, κανένας στη μονάδα εντατικής θεραπείας. Η μέση παραμονή στο νοσοκομείο ήταν 1 ημέρα. Επτά ασθενείς με περικαρδίτιδα έλαβαν και δεύτερη δόση. Κανένας ασθενής δεν πέθανε. Κατά την τελευταία επανεξέταση (follow-up) (διάμεσος, 28 ημέρες), επτά ασθενείς (19%) παρουσίασαν υποχώρηση των συμπτωμάτων και 23 (62%) παρουσίασαν βελτίωση. Οι ερευνητές υπολόγισαν επίσης ότι ο μέσος μηνιαίος αριθμός περιπτώσεων μυοκαρδίτιδας ή μυοπερικαρδίτιδας κατά την περίοδο προ του εμβολιασμού Ιανουαρίου 2019 έως Ιανουαρίου 2021 ήταν 16,9 (95% CI, 15,3 – 18,6) σε σύγκριση με 27,3 (95% CI, 22,4 – 32,9) κατά τη διάρκεια της περιόδου εμβολιασμού από τον Φεβρουάριο έως τον Μάιο 2021 ( P <.001). Ο μέσος αριθμός περιστατικών περικαρδίτιδας κατά τις ίδιες περιόδους ήταν 49,1 (95% CI, 46,4 – 51,9) και 78,8 (95% CI, 70,3 – 87,9), αντίστοιχα ( P <.001). Στα τέλη Ιουνίου, η Αμερικανική Υπηρεσία Τροφίμων και Φαρμάκων (FDA) πρόσθεσε μια προειδοποίηση στα δελτία πληροφοριών που συνοδεύουν τα εμβόλια mRNA έναντι της COVID-19, των εταιρειών Pfizer και Moderna, που προειδοποιεί για τον σπάνιο κίνδυνο φλεγμονής της καρδιάς μετά τη χρήση τους. Ο ερευνητές τονίζουν ότι τα περιστατικά μυοκαρδίτιδας και περικαρδίτιδας παραμένουν ένα σπάνιο φαινόμενο μετά τον εμβολιασμό έναντι της COVID-19 και συστήνουν τα ακόλουθα: «Όταν συζητάμε τον εμβολιασμό με τους ασθενείς, πρέπει να τονίζουμε ότι τα εμβόλια είναι ασφαλή και αποτελεσματικά και στη σπάνια περίπτωση που εμφανίσουν περικαρδίτιδα ή μυοκαρδίτιδα η ανάρρωση είναι συνήθως ανώδυνη και ποτέ δεν οδηγεί στο θάνατο.» JAMA. Published online August 4, 2021. doi:10.1001/jama.2021.13443 Μυοκαρδίτιδα και Περικαρδίτιδα μετά τον εμβολιασμό για κάθε εμβόλιο Η μυοπερικαρδίτιδα μετά τον εμβολιασμό έχει αναφερθεί σποραδικά στην ιατρική βιβλιογραφία. Στις αρχές του 2021 παρουσιάσθηκε μια εμπεριστατωμένη περιγραφική ανάλυση της μυοπερικαρδίτιδας ως ανεπιθύμητο συμβάν (Vaccine Adverse Events Reporting System -VAERS) μετά από εμβόλια που έχουν λάβει άδεια για χρήση στις Ηνωμένες Πολιτείες. (Vaccine Volume 39, Issue 5, 29 January 2021, Pages 839-845) Οι ερευνητές εντόπισαν αναφορές στις ΗΠΑ για μυοπερικαρδίτιδα που ελήφθησαν από το VAERS κατά τη διάρκεια της περιόδου 1990–2018 που πληρούσαν τον ορισμό μυοπερικαρδίτιδας ή είχαν ιατρική κλινική διάγνωση μυοπερικαρδίτιδας και διαχώρισαν τις ηλικιακές ομάδες σε 3 κατηγορίες (<19, 19-49, ≥50 ετών), περιγράφοντας αναφορές κατά τη σοβαρή/μη σοβαρή κατάσταση, το φύλο, το χρόνο εμφάνισης συμπτωμάτων μετά τον εμβολιασμό, το εμβόλιο που χορηγήθηκε και την πιθανή έκθεση σε άλλες γνωστές αιτίες μυοπερικαρδίτιδας. Το VAERS έλαβε 620.195 αναφορές κατά την περίοδο 1990–2018: 708 (0,1%) πληρούσαν τον ορισμό της μυοπερικαρδίτιδας ή είχαν διαγνωστεί από ιατρό ως μυοπερικαρδίτιδα. Οι περισσότερες (79%) αναφορές μυοπερικαρδίτιδας αφορούσε άνδρες. Το 69% των περιπτώσεων χαρακτηρίσθηκαν ως σοβαρές. Το 72% εμφάνισε συμπτώματα ≤ 2 εβδομάδες μετά τον εμβολιασμό. Συνολικά, τα εμβόλια της ευλογιάς (59%) και του άνθρακα (23%) αναφέρθηκαν ως η συχνότερη αιτία μυοπερικαρδίτιδας. Εάν εξετάσουμε την επίπτωση ανά ηλικία, μεταξύ ατόμων ηλικίας <19 ετών, το εμβόλιο για Haemophilus influenzae τύπος β (22, 22%) και ηπατίτιδα Β (18, 18%) αναφέρονται ως η συχνότερη αιτία. Μεταξύ ατόμων ηλικίας 19-49 ετών συχνότερη αιτία αποτελεί το εμβόλιο της ευλογιάς (387, 79%). Μεταξύ των ατόμων ηλικίας ≥ 50 ετών συχνότερη αιτία αποτελεί το απενεργοποιημένο εμβόλιο της γρίπης (31, 36%) και του έρπητα ζωστήρα (19, 22%). Η ανάλυση των δεδομένων αποκάλυψε δυσανάλογα υψηλής συχνότητας αναφορά μυοπερικαρδίτιδας μόνο μετά από το εμβόλιο ευλογιάς. Εμβόλια mRNA COVID-19 σε εφήβους και νέους ενήλικες: Συζήτηση οφέλους – κινδύνου Χαρακτηριστικές είναι οι οδηγίες εμβολιασμού για τα νεαρά άτομα που παρουσίασαν μυοκαρδίτιδα ή περικαρδίτιδα πριν ή μετά τον εμβολιασμό έναντι της COVID-19 σύμφωνα με το Κέντρο Ελέγχου και Πρόληψης Νοσημάτων των ΗΠΑ ( Centers for Disease Control and Prevention -CDC). Το CDC προτείνει ανεπιφύλακτα τον εμβολιασμό όλων των νέων με ιστορικό μυοκαρδίτιδας ή περικαρδίτιδας. Συστήνει τον εμβολιασμό σε ασυμπτωματικούς νέους που παρουσίασαν περικαρδίτιδα μετά την πρώτη δόση αλλά δεν συστήνει ένθερμα προς το παρον τον εμβολιασμό με δεύτερη δόση στα άτομα που παρουσίασαν μυοκαρδίτιδα μετά την πρώτη δόση. Για τα άτομα αυτά χρειάζονται περισσότερα δεδομένα. https://www.cdc.gov/vaccines/acip/meetings/downloads/slides-2021-06/05-COVID- Wallace-508.pdf Πηγή: https://www.hcs.gr/default.aspx?pageid=1433

Δευτέρα 9 Αυγούστου 2021

Η πρώιμη αποκατάσταση του καρδιακού ρυθμού είναι προτιμητέα, σε ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια και κολπική μαρμαρυγή. Αγγελική Ζαχαράκη Αναρτήθηκε απο : ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΖΑΧΑΡΑΚΗ 8 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 2021 Εισαγωγή: Πολλοί ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια και κολπική μαρμαρυγή αντιμετωπίζουν καρδιαγγειακές επιπλοκές παρά τη βέλτιστη φαρμακευτική αγωγή. Απαιτούνται επιπρόσθετες θεραπείες για τη μείωση των καρδιαγγειακών επιπλοκών, ειδικά σε ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια και διατηρημένο κλάσμα εξώθησης της αριστερής κοιλίας (HFpEF). Μέθοδοι: Πρόκειται για υποανάλυση της τυχαιοποιημένης μελέτης EAST – AFNET 4 κατά την οποία αξιολογήθηκε η επίδραση της πρώιμης αποκατάστασης του φλεβοκομβικού ρυθμού (ERC, χρησιμοποιώντας αντιαρρυθμικά φάρμακα ή κατάλυση της κολπικής μαρμαρυγής με τη χρήση καθετήρων) σε σύγκριση με τη συνήθη αντιμετώπιση (UC, έλεγχος ρυθμού προς βελτίωση συμπτωμάτων) . Αποτελέσματα: Η μελέτη ανάλυση περιελάμβανε 798 ασθενείς (300 (37,6%) γυναίκες, διάμεση ηλικία 71,0 [64,0, 76,0] έτη, 785 με γνωστό LVEF). Η πλειοψηφία των ασθενών (n = 442) είχε HFpEF (LVEF≥50%, μέσος όρος LVEF 61%± 6,3%), οι υπόλοιποι είχαν καρδιακή ανεπάρκεια με μέτρια επηρεασμένο κλάσμα εξώθησης (n = 211; LVEF40-49%; μέση LVEF 44%± 2,9%) ή καρδιακή ανεπάρκεια με μειωμένο κλάσμα εξώθησης (n = 132; LVEF <40%; μέσο LVEF 31% ± 5,5%). Κατά τη διάρκεια της μέσης παρακολούθησης των 5,1 ετών, η σύνθετη πρωτογενής έκβαση καρδιαγγειακού θανάτου, εγκεφαλικού επεισοδίου ή νοσηλείας για επιδείνωση της καρδιακής ανεπάρκειας ή για οξύ στεφανιαίο σύνδρομο εμφανίστηκε λιγότερο συχνά σε ασθενείς τυχαιοποιημένους στο ERC (94/396, 5.7ανά 100 ασθενείς-έτη) σε σύγκριση με ασθενείς τυχαιοποιημένους στο UC (130/402, 7,9 ανά 100 έτη ασθενών, λόγος κινδύνου 0,74 [0,56-0,97], p = 0,03), που δεν μεταβάλλεται από την κατάσταση της καρδιακής ανεπάρκειας (interaction pvalue=0.63). Το κύριο αποτέλεσμα ασφάλειας (θάνατος, εγκεφαλικό επεισόδιο ή σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες που σχετίζονται με την αποκατάσταση του ρυθμού) εμφανίστηκε σε 71/396 (17,9%) ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια τυχαιοποιημένους στο σκέλος ERC και σε 87/402 (21,6%) ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια τυχαιοποιημένους στο σκέλος UC ( λόγος κινδύνου 0,85 [0,62-1,17], ρ = 0,33). Το κλάσμα εξωθήσεως της LV βελτιώθηκε και στις δύο ομάδες (μεταβολή του LVEF σε δύο χρόνια: ERC 5,3%± 11,6%, UC 4,9%± 11,6%, p = 0,43). Το σκέλος ERC βελτίωσε το σύνθετο αποτέλεσμα θανάτου ή νοσηλείας για επιδείνωση της καρδιακής ανεπάρκειας. Συμπεράσματα: Ο έλεγχος του καρδιακού ρυθμού αποφέρει κλινικό όφελος όταν ξεκινά μέσα σε ένα έτος από τη διάγνωση της κολπικής μαρμαρυγής, σε ασθενείς με σημεία ή συμπτώματα καρδιακής ανεπάρκειας. Τι νέο μάθαμε ? • Η παρούσα υποανάλυση της τυχαιοποιημένης μελέτης EAST-AFNET 4 δεικνύει ότι η συστηματική, πρώιμη αποκατάσταση του καρδιακού ρυθμού χρησιμοποιώντας αντιαρρυθμικά φάρμακα ή κατάλυση, είναι ασφαλής και μειώνει τα καρδιαγγειακά συμβάματα σε ασθενείς με κολπική μαρμαρυγή και καρδιακή ανεπάρκεια. • Το κλινικό όφελος του πρώιμου ελέγχου του καρδιακού ρυθμού, παρατηρήθηκε σε ασθενείς με διατηρημένο και μέτρια μειωμένο κλάσμα εξώθησης της αριστερής κοιλίας. • Η στρατηγική του πρώιμου ελέγχου του ρυθμού χρησιμοποίησε συνδυασμό αντιαρρυθμικών φαρμάκων και κατάλυσης AF με βάση τις κατευθυντήριες οδηγίες. • Η λειτουργικότητα της αριστερής κοιλίας, τα συμπτώματα και η ποιότητα ζωής των ασθενών βελτιώθηκαν εξίσου και στις δύο στρατηγικές. Ποιο είναι το κλινικό μήνυμα; • Η μελέτη υποστηρίζει ότι ο πρώιμος έλεγχος του καρδιακού ρυθμού σε ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια (με αντιαρρυθμικά φάρμακα ή κατάλυση AF) εντός ενός έτους από τη διάγνωση της κολπικής μαρμαρυγής, βελτιώνει την καρδιαγγειακή έκβαση. Επιμέλεια: Αγγελική Ζαχαράκη Καρδιολόγος Ηράκλειο Βιβλιογραφία: Early Rhythm Control Therapy in Patients with Atrial Fibrillation and Heart Failure 10.1161/CIRCULATIONAHA.121.056323

Πέμπτη 13 Μαΐου 2021

 



Κοροναϊός: Η καρδιακή ανεπάρκεια ως επιπλοκή της λοίμωξης 

            Τι  πρέπει να γνωρίζουμε

Καταδεικνύεται η επιτακτική ανάγκη πρόληψης της νόσου ειδικά σε ασθενείς με καρδιαγγειακούς παράγοντες κινδύνου.

Η συσχέτιση μεταξύ της ύπαρξης παραγόντων κινδύνου ή προϋπάρχουσας καρδιαγγεακής νόσου με αυξημένο κίνδυνο επιπλοκών και θνητότητας σε ασθενείς με λοίμωξη COVID-19 είναι δυστυχώς διαπιστωμένη ήδη από τους πρώτους μήνες της πανδημίας.

Εξάλλου, οι περισσότερες ιογενείς λοιμώξεις του κατώτερου αναπνευστικού δημιουργούν σοβαρότερες επιπλοκές σε ασθενείς με καρδιαγγειακά νοσήματα και επιδεινώνουν την υποκείμενη νοσολογική οντότητα. Ειδικότερα στην περίπτωση λοίμωξης COVID-19 έχει παρατηρηθεί ένα ευρύ φάσμα καρδιακών επιπλοκών που εκτείνεται από την ασυμπτωματική αύξηση ειδικών μυοκαρδιακών ενζύμων όπως η τροπονίνη έως το οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου και την επιδείνωση ή ανάπτυξη νέας καρδιακής ανεπάρκειας.

Τι το προκαλεί

Οι πιθανοί άμεσοι και έμμεσοι μηχανισμοί μυοκαρδιακής βλάβης σε ασθενείς με COVID-19 περιλαμβάνουν βλάβες λόγω των χαμηλών επιπέδων οξυγόνου και της γενικευμένης φλεγμονής, θρομβώσεις μικρών αγγείων και αποσταθεροποίηση/ρήξη αθηρωματικών πλακών με απότοκο το οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου, μυοκαρδιοπάθεια προκαλούμενη από ακραία στρεσογόνα ερεθίσματα και λιγότερο συχνά φλεγμονή του μυοκαρδίου (μυοκαρδίτιδα).

Μέχρι πρότινος δεν ήταν πλήρως διευκρινισμένο το ποσοστό ασθενών που αναπτύσσουν καρδιακή ανεπάρκεια ως επιπλοκή της λοίμωξης COVID-19.

Τα περιστατικά επιβεβαιωμένης μυοκαρδίτιδας είναι σχετικά σπάνια στο γενικό πληθυσμό ασθενών με λοίμωξη COVID-19 όπως έχουν καταδείξει πρόσφατες μελέτες (https://www.ahajournals.org/doi/10.1161/CIRCULATIONAHA.121.054824).

Τα ευρήματα πρόσφατης δημοσιευμένης αναδρομικής μελέτης στα πλαίσια της οποίας αναλύθηκαν δεδομένα από περισσότερους από 6000 νοσηλευόμενους ασθενείς με λοίμωξη COVID-19 στο μεγαλύτερο δίκτυο νοσοκομείων στην περιοχή της Νέας Υόρκης, συνοψίζουν οι Ιατροί της Θεραπευτικής Κλινικής της Ιατρικής Σχολής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, Επίκουρος. Καθηγητής Αλέξανδρος Μπριασούλης και Καθηγητής Θάνος Δημόπουλος (Πρύτανης ΕΚΠΑ) (https://www.jacc.org/doi/10.1016/j.jacc.2021.03.006).

Το πιο ενθαρρυντικό εύρημα της συγκεκριμένης μελέτης ήταν ότι μεταξύ νοσηλευόμενων ασθενών με COVID-19 χωρίς προηγούμενο ιστορικό καρδιακής ανεπάρκειας, το ποσοστό που ανέπτυξε νεοδιαγνωσθείσα καρδιακή ανεπάρκεια ως επιπλοκή κατά τη διάρκεια της νοσηλείας ήταν 0.6%. Από τους ασθενείς αυτούς με νεοδιαγνωσθείσα καρδιακή ανεπάρκεια ένας στους πέντε δεν είχαν άλλους καρδιαγγειακούς παράγοντες κινδύνου και ήταν νεότεροι συγκριτικά με τους υπόλοιπους νοσηλευόμενους ασθενείς. Οι ασθενείς αυτοί είχαν υψηλότερο κίνδυνο εισαγωγής σε μονάδα εντατικής θεραπείας και διασωλήνωσης.

Επιτακτική ανάγκη πρόληψης

Ειδικά οι νεότεροι ασθενείς χωρίς καρδιαγγειακούς παράγοντες κινδύνου παρουσίασαν ακόμη υψηλότερο κίνδυνο διασωλήνωσης αλλά χαμηλότερη θνητότητα πιθανώς λόγω του νεαρού της ηλικίας τους και της απουσίας άλλων παραγόντων κινδύνου. Συμπερασματικά, η καρδιακή ανεπάρκεια ως επιπλοκή της λοίμωξης COVID-19 δεν είναι ιδιαίτερα συχνή σε ασθενείς χωρίς προηγούμενη διάγνωση καρδιακής ανεπάρκειας αλλά όταν συμβαίνει συνδέεται με σοβαρές ενδονοσοκομειακές επιπλοκές.

Με βάση τα ανωτέρω ευρήματα, καταδεικνύεται η επιτακτική ανάγκη πρόληψης της νόσου ειδικά σε ασθενείς με καρδιαγγειακούς παράγοντες κινδύνου, η οποία έχει ως κύριους άξονες τη λήψη ατομικών μέτρων προστασίας και τον εμβολιασμό. Τέλος, αναδεικνύεται η αξία των ηλεκτρονικών βάσεων δεδομένων ασθενών και η συλλογή δεδομένων σε εθνική και παγκόσμια κλίμακα, καθώς με την χρήση σύγχρονων αναλυτικών τεχνικών και μοντέλων μηχανικής μάθησης μπορούμε να οδηγηθούμε σε συμπεράσματα που θα βελτιώσουν την υγεία των ασθενών αλλά και την απόδοση των συστημάτων υγείας

ingr


Τετάρτη 17 Φεβρουαρίου 2021

 

Ευεργετικά αποτελέσματα της κολχικίνης για μέτρια έως σοβαρή COVID-19: μια τυχαιοποιημένη, διπλά τυφλή, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο κλινική δοκιμή

Η κολχικίνη μπορεί να μειώσει την ανάγκη για συμπληρωματική θεραπεία οξυγόνου και τη διάρκεια της νοσηλείας σε ασθενείς με μέτρια έως σοβαρή νόσο κοροναϊού 2019 (COVID-19), σύμφωνα με αυτή τη μικρή μελέτη.

Αρχεία:

ORIGINAL RESEARCH

Beneficial effects of colchicine for moderate to severe COVID-19: a randomised, double-blinded, placebocontrolled clinical trial

Outcomes

At least half of the patients receiving colchicine stopped using supplemental oxygen for the fourth day (median 4.0; IQR 2.0–6.0days) of intervention, while the same happened to the patients receiving placebo on the seventh day (median 6.5; IQR 4.0–9.0days; p<0.001). Significant difference (p=0.003) between the groups was found for the time of hospitalisation, in detriment of the placebo group (median 7.0; IQR 5.0–9.0days vs median 9.0; IQR 7.0–12.0days).

The majority of adverse events (table 2) was mild (exception for pneumonia) and, to some extent, attributable to the viral infection itself or its complications, not entailing patients withdrawal. It seems to be the case of aspartate aminotransferase and alanine aminotransferase transient elevations, under 3× the upper limit of normal, with no difference between the groups (data not shown). New or worsened diarrhoea was more frequent in the intervention group (17% vs 6%). None of the patients suffered dehydration, and the diarrhoea was controlled with the prescription of an antisecretory agent (eg, racecadotril). Cardiac adverse events, undoubtedly the main issue on the use of hydroxychloroquine and/or azithromycin for COVID-19, did not have an augmented frequency by adding colchicine. No participant had QT interval above 450 ms during the observational period (data not shown). No difference between the groups on QT interval variation was observed from the value of day 0 to the highest value.

CONCLUSIONS Patients who received colchicine in this randomised, double-blinded, placebo-controlled clinical trial presented better evolution in terms of the need for supplemental oxygen and the length of hospitalisation. Serum CRP was a laboratory marker of clinical improvement. Colchicine was safe and well tolerated. Clinical trials with larger numbers of patients should be conducted to further evaluate the efficacy and safety of colchicine as an adjunctive therapy for hospitalised patients with moderate to severe COVID-19.

Author affiliations 1 Department of Internal Medicine, Ribeirao Preto Medical School, University of Sao Paulo, Ribeirao Preto, Brazil 2 Department of Pharmacology, Ribeirao Preto Medical School, University of Sao Paulo, Ribeirao Preto, Brazil 3 Department of Cell Biology, Ribeirao Preto Medical School, University of Sao Paulo, Ribeirao Preto, Brazil 4 Department of Emergency Medicine, Ribeirao Preto Medical School, University of Sao Paulo, Ribeirao Preto, Brazil 5



Παρασκευή 12 Φεβρουαρίου 2021

Green tea, coffee are linked to reduced mortality after stroke or MI

 CLINICAL SUMMARY

Green tea, coffee are linked to reduced mortality after stroke or MI

Teramoto M & al.. Stroke, 04 February 2021
Emily Willingham, PhD   |   11 February 2021
View abstract          View full text

References  Disclaimer 

Teramoto M, Muraki I, Yamagishi K, Tamakoshi A, Iso H. Green Tea and Coffee Consumption and All-Cause Mortality Among Persons With and Without Stroke or Myocardial Infarction. Stroke. 2021 Feb 4 [Epub ahead of print]. doi: 10.1161/STROKEAHA.120.032273. PMID: 33535784

Παρασκευή 29 Ιανουαρίου 2021

 


 

Με τη συλλογή δεδομένων από πολλαπλές μελέτες για την καλύτερη μετεγχειρητική διαχείριση του ασθενούς, έχουν δημιουργηθεί πρωτόκολλα για την ταχεία και ασφαλή ανάρρωση του ασθενούς.

Η επέμβαση bypass είναι η πιο συνηθισμένη επέμβαση καρδιάς.  Όπως υποδηλώνει και το όνομα της επέμβασης, δημιουργείται μια παράκαμψη γύρω από μια αρτηρία της καρδιάς που έχει στένωση.  Από την δεκαετία του 1960 που πραγματοποιήθηκε για πρώτη φορά έχουν υπάρξει πολλές εξελίξεις. Κάποιες από αυτές αφορούν στη διεξαγωγή της επέμβασης και κάποιες αφορούν στη διασφάλιση ποιότητας. 

Τα αίτια

Υπάρχουν πολλά αίτια που προκαλούν την στεφανιαία νόσο. Μεταξύ αυτών είναι η υψηλή αρτηριακή πίεση (υπέρταση), ο σακχαρώδης διαβήτης, το άγχος, το κάπνισμα, ή αυξημένη χοληστερίνη, και το οικογενειακό ιστορικό στεφανιαίας νόσου. 

Τα συμπτώματα

Συνήθως ο ασθενής με στεφανιαία νόσο νιώθει πόνο στο στήθος κατά τη διάρκεια σωματικής άσκησης ή κόπωσης. Σε γυναίκες και διαβητικούς μπορεί να μην παρουσιαστούν τα κλασικά συμπτώματα αλλά να αισθανθούν δύσπνοια, ζαλάδα, ναυτία, ή βάρος στο στήθος. 

Ποιες είναι οι συνέπειες;

Αν δεν αντιμετωπιστεί σωστά η στεφανιαία νόσος οδηγεί σε έμφραγμα, που σημαίνει ότι ένα μεγάλο τμήμα της καρδιάς θα νεκρωθεί και η καρδιά θα δυσκολεύεται στο έργο της.

Η επέμβαση

Η στεφανιαία νόσος αντιμετωπίζεται με χρήση στεντ (stent) και με αορτοστεφανιαία παράκαμψη, γνωστό και ως bypass.  Το bypass προτιμάται σε περιπτώσεις με στένωση πολλών αρτηριών (γνωστό και ως «νόσο τριών αγγείων») και στη στένωση της κύριας αρτηρίας της καρδιάς (αρτηρία που λέγεται «στέλεχος»).  Επίσης, οι διαβητικοί ασθενείς επωφελούνται περισσότερο από το bypass  επειδή αυτή η νόσος συνήθως επηρεάζει κατά μήκος όλη την αρτηρία. Για την παράκαμψη της στένωσης των στεφανιαίων αρτηριών χρησιμοποιούνται άλλα αγγεία (αρτηρίες και φλέβες) του σώματος. Ο χειρουργός έχει να επιλέξει ανάμεσα στην αριστερή μαστική αρτηρία, δεξιά μαστική αρτηρία, κερκιδική αρτηρία, και την σαφηνή φλέβα. 

Η χρήση αρτηριών για το bypass προτιμάται, αλλά για τεχνικούς λόγους μπορεί να χρησιμοποιηθεί μόνο σε μεγάλες στενώσεις. Σε διαβητικούς και υπέρβαρους ανθρώπους αποφεύγεται η χρήση και των δύο μαστικών αρτηριών για να μην προκληθεί ισχαιμία, νέκρωση, ή λοίμωξη του στέρνου. 

Καινοτομίες και Διασφάλιση Ποιότητας

Προεγχειρητικός υπολογισμός κινδύνου της επέμβασης

Χρησιμοποιώντας μεγάλες βάσεις δεδομένων της Αμερικής (Society of Thoracic Surgeons Database) έχουν γίνει στατιστικές αναλύσεις που βοηθούν τον χειρουργό και τον ασθενή προεγχειρητικά να υπολογίσουν τον κίνδυνο της επέμβασης. Αυτή η αξιολόγηση δίνει μια καθοδήγηση ανάμεσα στην επιλογή για χειρουργική θεραπεία, που συνήθως έχει καλύτερα μακροπρόθεσμα αποτελέσματα, και στην αγγειοπλαστική με stent που πολλές φορές προτιμάται για να αποφευχθεί ένα χειρουργείο σε κάποιους ασθενείς υψηλού κινδύνου. 

Εξωσωματική κυκλοφορία ή πάλλουσα καρδιά;

Η τεχνική του bypass χωρίς τη χρήση εξωσωματικής κυκλοφορίας ακουγόταν πολλά υποσχόμενη όταν πρωτοδημοσιεύθηκε και η ομάδα μας ήταν η πρώτη ομάδα της Ελλάδας που την χρησιμοποίησε. Δυστυχώς όμως, πολλές μεγάλες μελέτες που ανέλυσαν τα αποτελέσματα αυτών των επεμβάσεων απέδειξαν ότι οι ασθενείς που χειρουργήθηκαν χωρίς τη βοήθεια εξωσωματικής κυκλοφορίας είχαν μεγαλύτερο κίνδυνο θανάτου στο μέλλον. Οι αναλύσεις απέδειξαν ότι αυτό οφειλόταν στο γεγονός ότι, κατά μέσο όρο, οι χειρουργοί που χειρούργησαν χωρίς εξωσωματική έκαναν λιγότερες παρακάμψεις ανά ασθενή και οι παρακάμψεις αυτές ήταν χειρότερης ποιότητας με αποτέλεσμα να «βουλώσουν» πιο γρήγορα.  Η τεχνική της πάλλουσας καρδιάς όμως συνεχίζει να έχει τη χρησιμότητα της για ασθενείς που, για τεχνικούς ή ανατομικούς λόγους, δεν μπορούν να χειρουργηθούν με εξωσωματική κυκλοφορία. 

Ποια αρτηρία ή φλέβα θα χρησιμοποιήσει ο χειρουργός;

Πολλαπλές μελέτες έχουν αξιολογήσει τις διάφορες αρτηρίες και φλέβες που μπορούν να χρησιμοποιηθούν για τη δημιουργία των παρακάμψεων του bypass.  Αυτές οι μελέτες μας έδειξαν ότι το καλύτερο μόσχευμα είναι η αριστερή μαστική αρτηρία που σήμερα θεωρείται το μόσχευμα πρώτης επιλογής. Πολλά στοιχεία έχουν συγκεντρωθεί υπέρ των αρτηριακών μοσχευμάτων με τη χρήση της κερκιδικής αρτηρίας από το χέρι να προτιμάται σε σχέση με την σαφηνή φλέβα από το πόδι.  Επίσης όμως έχει αποδειχθεί ότι τα αρτηριακά μοσχεύματα πρέπει να χρησιμοποιηθούν μόνο σε πολύ έντονες στενώσεις (άνω του 80% στένωση) ειδάλλως κινδυνεύουν να έχουν χαμηλή ροή αίματος και να κλείσουν.  

Mέτρηση Ροής Μοσχευμάτων

Μεγάλο βήμα στη διασφάλιση ποιότητας της χειρουργικής bypass υπήρξε η μέτρηση ροής αίματος από τα αρτηριακά και φλεβικά μοσχεύματα.  Υπάρχουν δύο τεχνικές που χρησιμοποιούνται για το σκοπό αυτό.  Ο ένας τρόπος είναι η μέτρηση να γίνει απευθείας συνδέοντας το μόσχευμα με αντλία που θα δώσει αίμα στην καρδιά και ταυτόχρονα συνδέεται με μηχανισμό μέτρησης ροής. Η δεύτερη μέθοδος χρησιμοποιεί έμμεση μέτρηση ροής με χρήση υπερήχου και λέγεται Transit Time Flow Meter (TTFM).  Χρησιμοποιώντας μία από αυτές τις δύο μεθόδους ο καρδιοχειρουργός είναι σίγουρος για την ποιότητα των παρακάμψεων bypass που έχει δημιουργήσει. 

Πρωτόκολλα «Fast-Track» για γρήγορη ανάρρωση

Με τη συλλογή δεδομένων από πολλαπλές μελέτες για την καλύτερη μετεγχειρητική διαχείριση του ασθενούς, έχουν δημιουργηθεί πρωτόκολλα για την ταχεία και ασφαλή ανάρρωση του ασθενούς. Αυτά τα πρωτόκολλα μειώνουν το χρόνο που θα μείνει ο ασθενής στη Μονάδα Εντατικής Θεραπείας (μετριέται πλέον σε ώρες αντί για ημέρες) και στο νοσοκομείο γενικότερα.  Περιλαμβάνουν τη σωστή διαχείριση φαρμάκων για τη μείωση του μετεγχειρητικού πόνου, τη γρήγορη κινητοποίηση του ασθενούς, τη σωστή διαχείριση του σακχάρου και πολλές ακόμα επισημάνσεις που μειώνουν τον χρόνο ανάρρωσης.

Με το πέρασμα του χρόνου και με τις εξελίξεις της επιστήμης, η «κλασική» επέμβαση bypass έχει εξελιχθεί σε μια εξατομικευμένη θεραπεία που θα αποφέρει τα βέλτιστα αποτελέσματα για τον κάθε ασθενή. 

Δεν θα πρέπει να αμελείτε την υγεία σας λόγω της πανδημίας του Covid-19 ή να αποφεύγετε να αναζητάτε υγειονομική περίθαλψη αν τη χρειάζεστε.

Ο Όμιλος Hellenic Healthcare Group σε όλα τα Νοσοκομεία του (ΥΓΕΙΑ, Metropolitan Hospital, ΜΗΤΕΡΑ, Metropolitan General, ΛΗΤΩ, Creta Interclinic) λαμβάνει όλα τα απαραίτητα μέτρα προφύλαξης για την προστασία των εργαζομένων και των ασθενών του.

Γράφει ο Στρατής Παττακός,Καρδιοχειρουργός,Διευθυντής Β’ Καρδιοχειρουργικής



Η ΠΡΩΤΟΠΟΡΙΑΚΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΙΔΕΑ ΣΤΗΝ ΜΑΧΗ ΤΟΥ COVID 19


Αναρτήθηκε απο :ΚΟΧΙΑΔΑΚΗΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ

Μόλις λοιπόν πριν λίγες ώρες ανακοινώθηκαν από το Montreal Heart Institute του Καναδά τ’ αποτελέσματα της μελέτης Colcorona. Αφορούσε ασθενείς με πρόσφατη διάγνωση Covid, περιπατητικούς, που είχαν τα κριτήρια για παρακολούθηση της πορείας της νόσου εκτός Νοσοκομείου. Σε 4.159 λοιπόν ασθενείς από τους 4.488 συνολικά της μελέτης, με θετικό τεστ PCR, χορηγήθηκε προληπτικά κολχικίνη (στους μισούς), έναντι placebo στους υπόλοιπους μισούς. Τα αποτελέσματα ήταν εξαιρετικά εντυπωσιακά: H κολχικίνη μείωσε κατά 25% της ανάγκη για εισαγωγή στο Νοσοκομείο, κατά 50% της ανάγκη για μηχανική υποστήριξη της αναπνοής και κατά 44% τον αριθμό θανάτων!  Όλα δε αυτά από ένα φάρμακο η αξία του οποίου τουλάχιστον μέχρι σήμερα, δεν ξέρω γι΄ αύριο, δεν ξεπερνά τα 2 ευρώ το κουτί για θεραπεία ενός μήνα!!  Σε σχέση δηλαδή με κάτι πανάκριβα αντιικά, αντιβιοτικά, μονοκλωνικά αντισώματα κ.λ.π., ούτε συζήτηση για σύγκριση κόστους-οφέλους. Προβλέπεται ότι η κολχικίνη θα μπει σύντομα (αν όχι άμεσα) στον επιστημονικό αλγόριθμο σαν πρώτης εκλογής φάρμακο για τη πρόληψη των επιπλοκών σε συμπτωματικούς ασθενείς με κορωνοιό, που δεν έχουν άμεση ανάγκη εισαγωγής και νοσηλείας σε Νοσοκομειακό περιβάλλον.

     Να θυμίσουμε στους μη ιατρούς μέλη του forum ότι η χρήση της κολχικίνης κατά του κορωνοϊού ήταν μία πρωτοποριακή ιδέα του αγαπητού φίλου και εκλεκτού συναδέλφου Καθηγητή Καρδιολογίας Σπύρου Δευτεραίου, που μαζί με την ομάδα του την καθιέρωσε και απέδειξε την αποτελεσματικότητα της στη διεθνή, πολυκεντρική μελέτη GRECCO-19 που δημοσιεύθηκε και έγινε δεκτή με πολύ ευνοϊκά σχόλια πριν 7 ολόκληρους μήνες! Για την Ελλάδα υπήρξε ο ίδιος Εθνικός Συντονιστής και στη Colcorona τα Ελληνικά Νοσοκομεία που επιλέχθηκαν για συμμετοχή συμπεριέλαβαν το Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο Αλεξανδρούπολης υπό τον καθηγητή Περικλή Παναγόπουλο, το Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο Πατρών υπό τον Καθηγητή Μάρκο Μαραγκό, το Νοσοκομείο Κοζάνης υπό την Διευθύντρια Ευθαλία Ράντου, το Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο «Αττικό» υπό τους Καθηγητές Σ. Τσιόδρα, Σ. Δευτεραίο και τους Ιατρούς Γιωτάκη Σωτηρία και Δ. Βραχάτη και το «Θριάσιο»  Νοσοκομείο.

Επιμέλεια-Συγγραφή: Χριστόφορος Ολύμπιος, Συντ. Διευθυντὴς Καρδιολογικοῦ Τμήματος, “Θριάσιο” Γ.Ν. Ελευσίνας

Παρασκευή 22 Ιανουαρίου 2021

 

Evaluation for

Myocarditis in Competitive Student Athletes Recovering From Coronavirus Disease 2019 With Cardiac Magnetic Resonance Imaging

Abstract

Importance: The utility of cardiac magnetic resonance imaging (MRI) as a screening tool for myocarditis in competitive student athletes returning to training after recovering from coronavirus disease 2019 (COVID-19) infection is unknown.

Objective: To describe the prevalence and severity of cardiac MRI findings of myocarditis in a population of competitive student athletes recovering from COVID-19.

Design, setting, and participants: In this case series, an electronic health record search was performed at our institution (University of Wisconsin) to identify all competitive athletes (a consecutive sample) recovering from COVID-19, who underwent gadolinium-enhanced cardiac MRI between January 1, 2020, and November 29, 2020. The MRI findings were reviewed by 2 radiologists experienced in cardiac imaging, using the updated Lake Louise criteria. Serum markers of myocardial injury and inflammation (troponin-I, B-type natriuretic peptide, C-reactive protein, and erythrocyte sedimentation rate), an electrocardiogram, transthoracic echocardiography, and relevant clinical data were obtained.

Exposures: COVID-19 infection, confirmed using reverse transcription-polymerase chain reaction testing.

Main outcomes and measures: Prevalence and severity of MRI findings consistent with myocarditis among young competitive athletes recovering from COVID-19.

Results: A total of 145 competitive student athletes (108 male and 37 female individuals; mean age, 20 years; range, 17-23 years) recovering from COVID-19 were included. Most patients had mild (71 [49.0%]) or moderate (40 [27.6%]) symptoms during the acute infection or were asymptomatic (24 [16.6%]). Symptoms were not specified or documented in 10 patients (6.9%). No patients required hospitalization. Cardiac MRIs were performed a median of 15 days (range, 11-194 days) after patients tested positive for COVID-19. Two patients had MRI findings consistent with myocarditis (1.4% [95% CI, 0.4%-4.9%]). Of these, 1 patient had marked nonischemic late gadolinium enhancement and T2-weighted signal abnormalities over multiple segments, along with an abnormal serum troponin-I level; the second patient had 1-cm nonischemic mild late gadolinium enhancement and mild T2-weighted signal abnormalities, with normal laboratory values.

Conclusions and relevance: In this case series study, based on MRI findings, there was a low prevalence of myocarditis (1.4%) among student athletes recovering from COVID-19 with no or mild to moderate symptoms. Thus, the utility of cardiac MRI as a screening tool for myocarditis in this patient population is questionable.